Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Τα παρακάτω αποσπάσματα έδωσαν κουράγιο σε συγκεκριμένο άτομο. Ίσως και σε εσάς.




Τι θα ήταν...Ο Σπύρος γυρίζει μέσ’ τους δρόμους απελπισμένος
είναι μόνος, έρημος, άεργος και πεινασμένος
έτσι καθώς γύριζε άσκοπα χωρίς παρέα
μπήκε μέσα στην εκκλησιά του Άι’ Ανδρέα.
Και κλαίγοντας πικρά άρχισε να κάνει προσευχή
γονάτισε μπροστά στην Παναγιά και παρακαλεί:
Παναγιά μου Μεγαλόχαρη, Παναγιά Παρθένα
βοήθεια δώσε στο φτωχό ζητώ 'γω από σένα.

Μέσ' στην εκκλησιά έτυχε νάναι ‘κείνη τη στιγμή
ο παπάς της εκκλησίας π' άκουσε κάποιον να θρηνεί
κι' αφού τον επλησίασε τη συμπόνια του του δίνει
ερώτημα του κάνει: τα δάκρυα γιατί τα χύνει;

Άκουσέ με τέκνον μου εν Κυρίω αγαπητόν
σήκω πάνω όρθιον και μην είσ’ σαν ερπετόν
αύριον μας φεύγει ο ψάλτης μας ο αριστερός
εσύ είσαι εκείνος όπου θέλουμε ακριβώς.

Μονάχα γράμματα να μας είπεις συ πόσα ξέρεις
και αν μπορείς πήγαινε να μας φέρεις
το απολυτήριο σπουδών να δούμε ποιός είσαι
κι' έτσι εργαζόμενος εδώ όπως θέλεις ζήσε.

Δυστυχώς παπά μου καθόλου γράμματα δεν ξέρω
κι' έτσι λοιπόν τι απολυτήριο να σου φέρω;
Ε! τότ' έτσι όπως είναι τα πράγματα ψάλτης δεν θα μπεις
παρ' ένα κατοστάρικο κι' εργάσου να σωθείς.

Ο Σπύρος τότε παίρνοντας τα χρήματα με χαρά,
βάζει εμπρός στο εμπόριο τον παρά
τύχη τον εβοήθησε κι' έκαμε χρήματα πολλά
έγινε λοιπόν μέγας και πολύς τούτη τη φορά.

Σκέφθηκε τότε τα χρήματα να καταθέσει
σε μια Τράπεζα μη τυχόν και πάλι περιπέσει
στη φτώχεια του την πρώτη όπου όλο δυστυχούσε
αν πείναγε ή κρύωνε κανένας δεν ρωτούσε.

Πηγαίνει σε κάποια Τράπεζα και λέγει το σκοπό
και τους βγάζει το κομπόδεμα με βλέμμα χαρωπό.
τον υποδέχοντ' όλοι με κοπλιμέντα και χαρά
μ' ευγένεια και καλοσύνη τον πρώην φουκαρά.

Και πριν ακόμα να μετρά τα χρήματα να πάψει
τούδωσε ο υπάλληλος συμβόλαιο να γράψει.
Άλλ’ όταν ο Σπύρος τούπε να γράψει δεν μπορεί
τα ‘χασε ο υπάλληλος και άρχισε ν' απορεί:
σαν τι να ήσουνα αν γράμματα ήξερες όμως...
... Ψάλτης στον Άγιο Ανδρέα τούπε μετριοφρόνως.